
Γιατί η Ελλάδα και η Ευρώπη οφείλουν να επενδύσουν συστηματικά σε ανοικτές τεχνολογίες
Η συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και την ανθεκτικότητα της ελληνικής και ευρωπαϊκής οικονομίας δεν μπορεί πλέον να γίνεται αποκομμένη από το ζήτημα της τεχνολογικής εξάρτησης. Όπως αναδεικνύεται και στο πρόσφατο ευρωπαϊκό κείμενο για τη στρατηγική αυτονομία και την ανταγωνιστικότητα, η εξάρτηση σε κρίσιμες εισροές, ενέργεια, υποδομές και τεχνολογίες περιορίζει άμεσα την ελευθερία πολιτικών και οικονομικών επιλογών. Στο ψηφιακό πεδίο, αυτή η εξάρτηση εκφράζεται κυρίως μέσω ιδιόκτητου λογισμικού, κλειστών υπολογιστικών υποδομών και συγκέντρωσης της τεχνητής νοημοσύνης σε λίγους αμερικανικούς και κινεζικούς κολοσσούς.
Για την Ελλάδα, αλλά και για την Ευρωπαϊκή Ένωση(ΕΕ) συνολικά, το ερώτημα δεν είναι απλώς τεχνολογικό. Είναι βαθιά οικονομικό και αναπτυξιακό. Κάθε χρόνο, σημαντικοί πόροι επιχειρήσεων και του δημόσιου τομέα κατευθύνονται εκτός χώρας και εκτός ΕΕ για άδειες χρήσης λογισμικού, συνδρομές σε κλειστές πλατφόρμες και ενοικίαση υπολογιστικών υποδομών. Πρόκειται για μια διαρκή εκροή κεφαλαίων που δεν δημιουργεί εγχώρια προστιθέμενη αξία, δεν ενισχύει τοπικά οικοσυστήματα και δεν αφήνει πίσω της γνώση ή ικανότητα παραγωγής.
Η συστηματική υιοθέτηση εργαλείων ανοιχτού λογισμικού, όπως αυτά που περιγράφονται και τεκμηριώνονται στο mathe.ellak.gr, αλλάζει ριζικά αυτή την εξίσωση. Το ανοιχτό λογισμικό δεν είναι απλώς «φθηνότερο». Είναι μια διαφορετική αρχιτεκτονική οικονομικής οργάνωσης. Οι πόροι που δε δαπανώνται σε άδειες χρήσης μπορούν να επενδυθούν σε ελληνικές και ευρωπαϊκές εταιρείες πληροφορικής, σε ομάδες υποστήριξης, σε προσαρμογές, σε εκπαίδευση προσωπικού και σε ανάπτυξη νέων λειτουργιών. Έτσι, το χρήμα κυκλοφορεί στην τοπική οικονομία, δημιουργεί θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης και ενισχύει την παραγωγικότητα.
Για τον δημόσιο τομέα, τα οφέλη είναι ακόμη πιο στρατηγικά. Το ανοιχτό λογισμικό προσφέρει έλεγχο, διαφάνεια και δυνατότητα προσαρμογής. Κρίσιμα πληροφοριακά συστήματα δεν εξαρτώνται από μονομερείς αποφάσεις προμηθευτών, από αλλαγές όρων χρήσης ή από γεωπολιτικές εντάσεις. Η δυνατότητα επιδιόρθωσης, τροποποίησης και επαναχρησιμοποίησης του κώδικα ενισχύει τη θεσμική μνήμη και μειώνει το κόστος σε βάθος χρόνου. Αυτό συνδέεται άμεσα με την ευρωπαϊκή συζήτηση περί ανθεκτικότητας: μια ψηφιακή υποδομή που δεν μπορείς να ελέγξεις δεν είναι απλώς τεχνικά επισφαλής, είναι πολιτικά ευάλωτη.
Η τεχνητή νοημοσύνη καθιστά αυτή τη συζήτηση ακόμη πιο επείγουσα. Τα μεγάλα, κλειστά μοντέλα γενικής χρήσης απαιτούν τεράστιους υπολογιστικούς πόρους, ελέγχονται από λίγες εταιρείες και εκπαιδεύονται κυρίως σε αγγλόφωνο, παγκοσμιοποιημένο περιεχόμενο. Η άκριτη υιοθέτησή τους από επιχειρήσεις και δημόσιους φορείς ενισχύει μια νέα μορφή ψηφιακής εξάρτησης, όπου όχι μόνο τα δεδομένα αλλά και η «νοημοσύνη» μεταφέρεται εκτός ευρωπαϊκού ελέγχου.
Αντίθετα, η επένδυση σε μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης χαμηλού κόστους και ανοιχτού λογισμικού, εκπαιδευμένα κυρίως στην ελληνική γλώσσα και σε τοπικό εκπαιδευτικό και διοικητικό περιεχόμενο, δημιουργεί πολλαπλά οφέλη. Μειώνει το λειτουργικό κόστος, περιορίζει την ανάγκη για συνεχή χρήση απομακρυσμένων υποδομών, ενισχύει την ακρίβεια σε εθνικά συμφραζόμενα και δημιουργεί εγχώρια τεχνογνωσία. Κυρίως, όμως, διασφαλίζει ότι η ψηφιακή μετάβαση δε θα οδηγήσει σε μια de facto «ψηφιακή αποικιοποίηση», όπου οι κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονται αλλού.
Το άρθρο για την ψηφιακή ανεξαρτησία στο openbusiness.ellak.gr επισημαίνει εύστοχα ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να μιλά για κυριαρχία αν δεν ελέγχει το λογισμικό και το υλισμικό της. Η βιομηχανική πολιτική που περιγράφεται στο ευρωπαϊκό κείμενο για τη στρατηγική αυτονομία βρίσκει εδώ ένα απολύτως συγκεκριμένο πεδίο εφαρμογής. Το ανοιχτό λογισμικό και το ανοιχτό υλισμικό αποτελούν πρακτικά εργαλεία για τη μείωση εξαρτήσεων, την οργάνωση οικοσυστημάτων και τη δημιουργία αξιόπιστης ζήτησης για ευρωπαϊκές λύσεις.
Η μετάβαση αυτή δεν είναι χωρίς κόστος ή δυσκολίες. Απαιτεί επενδύσεις σε ανθρώπινο δυναμικό, συντονισμό, αλλαγή κουλτούρας και σταθερές πολιτικές επιλογές. Όμως, όπως επισημαίνεται και στο ευρωπαϊκό κείμενο, η ανθεκτικότητα έχει κόστος βραχυπρόθεσμα, αλλά η εξάρτηση κοστίζει πολύ περισσότερο μακροπρόθεσμα. Ένα ψηφιακό οικοσύστημα που καταρρέει με την πρώτη κρίση δεν είναι αποδοτικό, είναι εύθραυστο.
Για την Ελλάδα, η επιλογή είναι σαφής. Είτε θα συνεχίσει να λειτουργεί ως καταναλωτής κλειστών τεχνολογιών, χρηματοδοτώντας την ανάπτυξη τρίτων, είτε θα επενδύσει συστηματικά σε ανοιχτές λύσεις, κρατώντας πόρους, γνώση και έλεγχο εντός της χώρας και της Ευρώπης. Η δεύτερη επιλογή δεν είναι ιδεολογική. Είναι όρος οικονομικής βιωσιμότητας, δημοκρατικής αυτονομίας και ουσιαστικής συμμετοχής στην ευρωπαϊκή προσπάθεια για στρατηγική ανεξαρτησία.
Πηγές άρθρου:
- Ψηφιακή ανεξαρτησία ή ψηφιακή αποικία; Γιατί η Ευρώπη χρειάζεται ανοιχτό λογισμικό και υλισμικό. Τεκμηρίωση για τον ρόλο των ανοιχτών τεχνολογιών στη ψηφιακή κυριαρχία της Ευρώπης: https://openbusiness.ellak.gr/2025/12/05/psifiaki-anexartisia-i-psifiaki-apikia-giati-i-evropi-chriazete-anichto-logismiko-ke-ilismiko-gia-na-diasfalisi-tin-kiriarchia-tis/
- STRATEGIC AUTONOMY AND EUROPEAN COMPETITIVENESS: SECURITY FIRST, POWER NEXT
Αναλυτικό κείμενο για τη σύνδεση ανταγωνιστικότητας, ασφάλειας και μείωσης εξαρτήσεων στην ΕΕ: https://substack.com/inbox/post/183458199 - mathe.ellak.gr – Εκπαιδευτικοί οδηγοί και εργαλεία ανοιχτού λογισμικού
Οδηγοί για υιοθέτηση ανοικτών τεχνολογιών σε επιχειρήσεις και δημόσιο: https://mathe.ellak.gr/
